Προετοιμασία

Μουσείο Ελιάς Κυκλάδων - Άνδρος: Το καζάνι για το ζέσταμα του νερού. Στο βάθος η βίδαΜουσείο Ελιάς Κυκλάδων - Άνδρος: Το καζάνι για το ζέσταμα του νερού. Στο βάθος η βίδα Ο ιδιοκτήτης ή αυτός που δούλευε το λιοτρίβι για λογαριασμό του ιδιοκτήτη ήταν ο «βιδιάτορας» ή «βιδάτορας» ή «λιοτριβιάρης» (Γαύριο). Πριν ξεκινήσει η λειτουργία του λιοτριβιου έπρεπε να υπάρχει ζεστό νερό. Ετσι το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να «βάλει ζεστό νερό», να ανάψει το καζάνι. Για να «βγάλει» κανείς ελιές έπαιρνε σειρά. Ελεγε πόσα καυκιά ελιές είχε και ο βιδιάτορας ήξερε να υπολογίσει το χρόνο και κανόνιζε τη σειρά για τις επόμενες ημέρες, να μην πέσει όλη η δουλειά μαζεμένη. Η κάθε βίδα είχε τους πελάτες της. Αυτό όμως δεν απέκλειε να έρθουν και άλλοι από άλλα χωριά. Ο πελάτης δεν ερχόταν μία φορά αλλά πολλές φορές, γιατί το μάζεμα της ελιάς διαρκούσε μήνες, αφού τις μάζευαν μόνον όταν έπεφταν στο χώμα. Εφερνε ελιές και 5 φορές και 7 φορές στην καλή λάδια. Υπήρχαν γυναίκες που συνεχώς μαζεύανε. Ηταν «νοικοκυρές» που πηγαίναν «μαζώχτρες» γιατί δεν είχαν ελιές. Ερχονταν και μάζευαν για να πάρουν το λάδι του σπιτιού τους. Ο μεγάλος νοικοκύρης στον Πιτροφό, ο Μπαοταρδής, έφερνε γυναίκες, και έλεγε στον βιδάτορα «βάλε στην κυρά Μαριγώ τόσο λάδι» σαν πληρωμή για το μάζεμα. Η πληρωμή σε λάδι γι' αυτή τη δουλειά ήταν το 2% της παραγωγής. Ο κάθε νοικοκύρης αφού μάζευε τις ελιές, τις πήγαινε στο δώμα του σπιτιού είτε σε αλώνι. Περίμενε μέχρι η ποσότητα να είναι αρκετή, 20-25 καυκιά, για να πάει στη βίδα. Υπήρχαν άνθρωποι που άφηναν τις ελιές και 10 μέρες «χάμου» ή στο αλώνι και έπιανε μούχλα η ελιά. 60 καυκιά ελιές ήταν μία «βάδα» ελίές. Όταν ο πελάτης έφερνε τις ελιές στην βίδα τις έβαζε στο αμπάρι όταν άδειαζε ό προηγούμενος τις δικές του. Το αμπάρι είναι ένας χώρος κατασκευασμένος από πλάκες πέτρινες, ανοιχτός από πάνω. Χωρούσε μιά αρκετά μεγάλη ποσότητα από ελιές. Κατά μαρτυρία κάφε αμπάρι χωρούσε περίπου 20 καυκιά αλλά υπήρχαν περισσότερα από ένα αμπάρια έτσι η ποσότητα oto λιοτρίβι έφτανε και μέχρι 86 καυκιά. Αμπάρια υπήρχαν γύρω από την πλάκα για να είναι εύκολο να παίρνουν τις ελιές και νά τις ρίχνουν στο βόλ{. Υπήρχαν συνήθως 2-3, στις γωνίες ή σε χώρο που δεν θα εμπόδιζε το ζώο να περιστρέφει το βόλι. Εκτός από το αμπάρι καμιά φορά τις φυλάγανε στα σακιά. Από το αμπάρι για να πάνε στο βόλι πάλι χρησιμοποιούσαν τον ντενεκέ. Το λιοτρίβι για να δουλέψει χρειάζεται ο βιδάτορας και 2 άτομα. Μπορεί να χρειαστούν και άλλοι ανάλογα με την ποσότητα ελιές που είχαν. Ο πελάτης για να αλέσει έπρεπε να φέρει αυτά τα δυο ή τρία άτομα και να τα πληρώσει αυτός. Είχε έναν να αλέθει και οι άλλοι δυό πήγαιναν στην βίδα. Ο κάθε νοικοκύρης έφερνε τον γιό του, τον αδελφό του ή κανένα εργάτη. Αυτά παλιότερα ήταν «δανεικά». Αυτό σήμαινε ότι «Εγώ είχα ελιές, εσύ είχες ελιές και κάναμε ανταλλαγή». Ο ένας βοηθούσε τον άλλο χωρίς χρήμα, «σήμερα εγώ βοηθούσα εσένα και εσύ βοηθούσες εμένα αύριο». «Θυμάμαι Κυριακή που ήτανε τρεις νοικοκυραίοι που δούλευαν στο νταμάρι. Βγάζαν τις ελιές, τις οποίες μάζευαν οι γυναίκες τους όλη την βδομάδα. Τις άλλες μέρες θα χάναν το μεροκάματο αν ερχόντουσαν. Βγάζαν αναμεταξύ τους τις δικές τους ελιές. Αλλοι που δεν είχαν σόί δικό τους παίρναν εργάτες». Αυτός που δούλευε το χαμούρι ήταν συνήθως εργάτης. Το αφεντικό θα κουβαλούσε το λάδι ή τον πυρήνα. Στο λιοτρίβι δούλευαν ή ξυπόλητοι ή φορούσαν, προφανώς αργότερα, τα «τσαρούχια». Αυτά ήταν κατασκευασμένα από παλιά λάστιχα αυτοκινήτου για να μην γλιστράνε και τα παλιά χρόνια από χοιροπέ-τζι. Την χρήση τους θα την δούμε στο στύψιμο. Πριν ρίξουν τις ελιές στο βόλι άλλοι τις έπλεναν και άλλοι τις έριχναν έτσι όπως τις έφερναν. « Κατευθείαν στο αμπάρι μέσα. Εδώ δεν τις πλέναμε αλλά που να τις πλύνεις. Έπρεπε να έχεις ειδικό χώρο: Εδώ δεν είχε. Νερό είχαμε». Διαλογή αν είχε γίνει, θα είχε γίνει κατά το μάζεμα από χάμω, αν ήταν «καλός ο νοικοκύρης». Σε βίδες όμως με πολύ νερό όταν έρχονταν οι ελιές τις πλένανε σε βαρέλια Είχανε «βούτες» που ήταν μικρά βαρέλια τρυπητά, πιό παλιά ήταν ξύλινα που έγιναν σιδερένια. Επαιρνε 5-6 κιλά ελιές, λιγότερο από ένα καυκί. Βουτούσαν, πλένανε και ρίχνανε τις ελιές πλυμένες στην πλάκα. Στου Αγαδάκη είχαν μεγάλους γλυμμένους κορμούς σχισμένους στη μέση που γινόταν το πλύσιμο. Συνήθως όμως επειδή ήταν χειμώνας όταν τις μαζεύανε και τις πήγαιναν στο αλώνι ή τις άπλωναν στο δώμα, έβρεχε και πλένονταν μόνες τους.